Λεξικό
toko
Στην Ελληνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη " toko" σημαίνει: μέρος, διεύθυνση, περιοχή, το σπίτι κάποιου

Στην Ιαπωνική γλώσσα, η Ιαπωνική λέξη "toko" γράφεται ως:
|
|
 |
|
| Η λέξη δημοσιεύτηκε από τον χρήστη vazelos3 στις 10/09/2008 και έχει προβληθεί 3986 φορές από επισκέπτες. |
|
 |
|
|
niji, juusha, yuubinkyoku, yuukou, tomodachi, saiban, engeki, chinmoku, janken, zumen, ta, kuchi, akumu, ue, densha, jouzu, yokan, shinjitsu, hana, taichou, hibiki, uta, itadakimasu, shine, hidari, mizuumi, jiin, mimi, tonakai, asobu, seiza, shita, yokubou, juku, shippu
|
|
 |
|
Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη έχει μπει στην λίστα μας από τα ίδια μας τα μέλη; Εάν επιθυμείτε να προσθέσετε και εσείς μια λέξη που λείπει από την λίστα, πατήστε εδώ.
| |
| Τελευταίες Καταχωρήσεις Τίτλων |










|
| Τελευταίες Παρουσιάσεις Τίτλων |










|
|
|


 |
|
17/09

15/09

14/09

14/09

14/09

11/09

11/09

11/09

11/09

11/09

|
 |
|